στομάχι

Fra Wiktionary
Spring til navigation Spring til søgning

Græsk

Substantiv

στομάχι intetkøn

  1. mave

Bøjning

Kasus Ental Flertal
Nominativ στομάχι στομάχια
Genitiv στομαχιού στομαχιών
Akkusativ στομάχι στομάχια
Vokativ στομάχι στομάχια