ταχυδρομείο

Fra Wiktionary
Spring til navigation Spring til søgning

Græsk

Etymologi

Fra ταχύς + δρόμος

Substantiv

ταχυδρομείο intetkøn

  1. postkontor
  2. posthus

Bøjning

Kasus Ental Flertal
Nominativ ταχυδρομείο ταχυδρομεία
Genitiv ταχυδρομείου ταχυδρομείων
Akkusativ ταχυδρομείο ταχυδρομεία
Vokativ ταχυδρομείο ταχυδρομεία