υπόθεση

Fra Wiktionary
Spring til navigation Spring til søgning

Græsk

Etymologi

Fra oldgræsk ὑπόθεσις (hypotese).

Substantiv

υπόθεση hunkøn

  1. sag
  2. anliggende

Bøjning

Kasus Ental Flertal
Nominativ η υπόθεση οι υποθέσεις
Genitiv της υπόθεσης / υποθέσεως των υποθέσεων
Akkusativ τη(ν) υπόθεση τισ υποθέσεις
Vokativ υπόθεση υποθέσεις

Kilder