σύμφωνο

Fra Wiktionary
Spring til navigation Spring til søgning

Græsk

Substantiv

σύμφωνο intetkøn

  1. konsonant, medlyd

Bøjning

Kasus Ental Flertal
Nominativ το σύμφωνο τα σύμφωνα
Genitiv του συμφώνου των συμφώνων
Akkusativ το σύμφωνο τα σύμφωνα
Vokativ σύμφωνο σύμφωνα

Kilder