συντριβάνι

Fra Wiktionary
Spring til navigation Spring til søgning

Græsk

Etymologi

Substantiv

συντριβάνι intetkøn

  1. springvand

Bøjning

Kasus Ental Flertal
Nominativ το συντριβάνι τα συντριβάνια
Genitiv του συντριβάνιού των συντριβάνιών
Akkusativ το συντριβάνι τα συντριβάνια
Vokativ συντριβάνι συντριβάνια


Synonymer

Kilder