στρώμα

Fra Wiktionary
Spring til navigation Spring til søgning

Græsk

Substantiv

στρώμα intetkøn (flertal στρώματα)

  1. madras

Bøjning

Kasus Ental Flertal
Nominativ το στρώμα τα στρώματα
Genitiv του στρώματος των στρωματών
Akkusativ το στρώμα τα στρώματα
Vokativ στρώμα στρώματα