σεισμογράφος

Fra Wiktionary
Spring til navigation Spring til søgning

Græsk

Substantiv

σεισμογράφος hankøn

  1. seismograf

Bøjning

Kasus Ental Flertal
Nominativ ο σεισμογράφος οι σεισμογράφοι
Genitiv του σεισμογράφου των σεισμογράφων
Akkusativ το(ν) σεισμογράφο τους σεισμογράφους
Vokativ σεισμογράφε σεισμογράφοι

Kilder