ραπτομηχανή

Fra Wiktionary
Spring til navigation Spring til søgning

Græsk

Etymologi

ράπτω + μηχανή

Substantiv

ραπτομηχανή hunkøn

  1. symaskine

Bøjning

Kasus Ental Flertal
Nominativ η ραπτομηχανή οι ραπτομηχανές
Genitiv της ραπτομηχανής των ραπτομηχανών
Akkusativ τη(ν) ραπτομηχανή τισ ραπτομηχανές
Vokativ ραπτομηχανή ραπτομηχανές


Kilder