μικροτσικνιάς

Fra Wiktionary
Spring til navigation Spring til søgning

Græsk

Etymologi

μικρός + τσικνιάς

Substantiv

μικροτσικνιάς hankøn

  1. dværghejre

Synonymer

Bøjning

Kasus Ental Flertal
Nominativ ο μικροτσικνιάς οι μικροτσικνιάδες
Genitiv του μικροτσικνιά των μικροτσικνιάδων
Akkusativ το(ν) μικροτσικνιά τους μικροτσικνιάδες
Vokativ μικροτσικνιά μικροτσικνιάδες