μελωδία

Fra Wiktionary
Spring til navigation Spring til søgning

Græsk

Substantiv

μελωδία hunkøn

  1. melodi

Bøjning

Kasus Ental Flertal
Nominativ η μελωδία οι μελωδίες
Genitiv της μελωδίας των μελωδιών
Akkusativ τη(ν) μελωδία τισ μελωδίες
Vokativ μελωδία μελωδίες