ισημερινός

Fra Wiktionary
Jump to navigation Jump to search

Græsk

Wikipedia-logo-v2-da.svg
Græsk Wikipedia har en artikel om:

Substantiv

ισημερινός hankøn

  1. ækvator

Bøjning

Kasus Ental Flertal
Nominativ ο ισημερινός οι ισημερινοί
Genitiv του ισημερινού των ισημερινών
Akkusativ το(ν) ισημερινό τους ισημερινούς
Vokativ ισημερινέ ισημερινοί


Kilder