Spring til indhold

ιδρώτας

Fra Wiktionary

Græsk

Substantiv

ιδρώτας hankøn (flertal ιδρώτες)

  1. sved

Bøjning

Kasus Ental Flertal
Nominativ ο ιδρώτας οι ιδρώτες
Genitiv του ιδρώτα των ιδρώτων
Akkusativ το(ν) ιδρώτα τους ιδρώτες
Vokativ ιδρώτα ιδρώτες