θαυμαστικό

Fra Wiktionary
Spring til navigation Spring til søgning

Græsk

Substantiv

θαυμαστικό intetkøn

  1. udråbstegn

Bøjning

Kasus Ental Flertal
Nominativ το θαυμαστικό τα θαυμαστικά
Genitiv του θαυμαστικού των θαυμαστικών
Akkusativ το θαυμαστικό τα θαυμαστικά
Vokativ θαυμαστικό θαυμαστικά


Se også