είσοδος

Fra Wiktionary
Skift til: navigering, søgning

Græsk

Substantiv

είσοδος hunkøn

  1. indgang

Bøjning

Kasus Ental Flertal
Nominativ η είσοδος οι είσοδές
Genitiv της εισόδου των εισόδων
Akkusativ τη(ν) είσοδο τισ εισόδους
Vokativ είσοδε είσοδοι


Antonymer