γνώση

Fra Wiktionary
Spring til navigation Spring til søgning

Græsk

Substantiv

γνώση hunkøn (flertal γνώσεις)

  1. viden

Bøjning

Kasus Ental Flertal
Nominativ η γνώση οι γνώσεις
Genitiv της γνώσης  /  γνώσεως των γνώσεων
Akkusativ τη(ν) γνώση τισ γνώσεις
Vokativ γνώση γνώσεις