γερανός

From Wiktionary
Jump to navigation Jump to search

Græsk

Etymologi

Fra oldgræsk γέρανος.

Substantiv

γερανός hankøn

  1. trane (fugl)
  2. kran

Bøjning

Kasus Ental Flertal
Nominativ ο γερανός οι γερανοί
Genitiv του γερανού των γερανών
Akkusativ το(ν) γερανό τους γερανούς
Vokativ γερανέ γερανοί