ασβεστόλιθος

Fra Wiktionary
Spring til navigation Spring til søgning

Græsk

Etymologi

άσβεστος + λίθος

Substantiv

ασβεστόλιθος hankøn

  1. kalksten

Bøjning

Kasus Ental Flertal
Nominativ ο ασβεστόλιθος οι ασβεστόλιθοι
Genitiv του ασβεστολίθου των ασβεστολίθων
Akkusativ το(ν) ασβεστόλιθο τους ασβεστολίθους
Vokativ ασβεστόλιθε ασβεστόλιθοι

eller (sjældnere)

Kasus Ental Flertal
Nominativ ο ασβεστόλιθος οι ασβεστόλιθοι
Genitiv του ασβεστόλιθου των ασβεστόλιθων
Akkusativ το(ν) ασβεστόλιθο τους ασβεστόλιθους
Vokativ ασβεστόλιθε ασβεστόλιθοι


Beslægtede ord og fraser

Kilder