αντωνυμία

Fra Wiktionary
Spring til navigation Spring til søgning

Græsk

Etymologi

Fra oldgræsk ἀντωνυμία.

Substantiv

αντωνυμία hunkøn

  1. stedord, pronomen

Bøjning

Kasus Ental Flertal
Nominativ η αντωνυμία οι αντωνυμίες
Genitiv της αντωνυμίας των αντωνυμιών
Akkusativ τη(ν) αντωνυμία τισ αντωνυμίες
Vokativ αντωνυμία αντωνυμίες


Kilder