στόμα

Fra Wiktionary
Spring til navigation Spring til søgning

Græsk

Substantiv

στόμα intetkøn (flertal στόματα)

  1. mund

Bøjning

Kasus Ental Flertal
Nominativ το στόμα τα στόματα
Genitiv του στόματος των στοματών
Akkusativ το στόμα τα στόματα
Vokativ στόμα στόματα