καταρράκτης

Fra Wiktionary
Skift til: Navigation, Søgning

Græsk

Substantiv

καταρράκτης m (flertal καταρράκτες)

  1. vandfald
  2. grå stær (øjensygdom)
  3. katarakt (øjensygdom), (strømhvirvler i flod)

Bøjning

Kasus Ental Flertal
Nominativ ο καταρράκτης οι καταρράκτες
Genitiv του καταρράκτη των καταρρακτών
Akkusativ το(ν) καταρράκτη τους καταρράκτες
Vokativ καταρράκτη καταρράκτες