ευθύνη

Fra Wiktionary
Spring til navigation Spring til søgning

Græsk

Substantiv

ευθύνη hunkøn

  1. ansvar

Bøjning

Kasus Ental Flertal
Nominativ η ευθύνη οι ευθύνες
Genitiv της ευθύνης των ευθυνών
Akkusativ τη(ν) ευθύνη τισ ευθύνες
Vokativ ευθύνη ευθύνες

Kilder